Δείτε επίσης: -ετής

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἔτης ἔτα ἔται
Γενική ἔτου ἔταιν ἐτῶν
Δοτική ἔτ ἔταιν ἔταις
Αιτιατική ἔτην ἔτα ἔτας
Κλητική ἔτα ἔτα ἔται

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἔτης < *ϝέτης < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swé (ἑός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἔτης αρσενικό (πιο σύνηθες στον πληθ.: οἱ ἔται)

  1. ο κοινός λαός, οι κοινοί θνητοί, οι απλοί άνθρωποι, ο απλός πολίτης που δεν έχει κάποιο αξίωμα
  2. ο συμπατριώτης, ο συγγενής, ο συνδημότης, ο γείτονας, ο οικείος, ο ομόφυλος, δηλ. της ίδιας φυλής