Δείτε επίσης: -ετής

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἔτης οἱ ἔται
      γενική τοῦ ἔτου τῶν ἐτῶν
      δοτική τῷ ἔτ τοῖς ἔταις
    αιτιατική τὸν ἔτην τοὺς ἔτᾱς
     κλητική ! ἔτ ἔται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἔτ
γεν-δοτ τοῖν  ἔταιν
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'τοξότης' όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἔτης < *ϝέτης < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swé (ἑός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἔτης αρσενικό (πιο σύνηθες στον πληθ.: οἱ ἔται)

  1. ο κοινός λαός, οι κοινοί θνητοί, οι απλοί άνθρωποι, ο απλός πολίτης που δεν έχει κάποιο αξίωμα
  2. ο συμπατριώτης, ο συγγενής, ο συνδημότης, ο γείτονας, ο οικείος, ο ομόφυλος, δηλαδή της ίδιας φυλής

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία