Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανώνυμη εταιρεία < → δείτε τις λέξεις: ανώνυμος και εταιρεία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈnɔ.ni.mi ɛ.tɛ.ˈɾi.a/

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

ανώνυμη εταιρεία θηλυκό

  1. εμπορική εταιρεία της οποίας το εταιρικό κεφάλαιο είναι διαιρεμένο σε ίσης αξίας μετοχές, ανώνυμες ή ονομαστικές, ελεύθερα μεταβιβάσιμες
    συντομογραφία: ΑΕ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία