Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ανώνυμος ανώνυμη ανώνυμο
γενική ανώνυμου ανώνυμης ανώνυμου
αιτιατική ανώνυμο ανώνυμη ανώνυμο
κλητική ανώνυμε ανώνυμη ανώνυμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανώνυμοι ανώνυμες ανώνυμα
γενική ανώνυμων ανώνυμων ανώνυμων
αιτιατική ανώνυμους ανώνυμες ανώνυμα
κλητική ανώνυμοι ανώνυμες ανώνυμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανώνυμος < αν- στερητικό + -ώνυμος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈnɔ.ni.mɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανώνυμος, -η, -ο

  1. που δεν έχει όνομα
    Αντώνυμα: επώνυμος
  2. (πληροφορική) χρησιμοποιείται από κάποια προγράμματα για νέα αρχεία που δεν έχουν αποθηκευτεί ακόμα, και άρα είναι ανώνυμα
  3. (πολεοδομία) για τον προσδιορισμό οδών που δεν έχουν ονοματιστεί ακόμα στο σχέδιο πόλεως
    οδός ανώνυμος 4

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία