Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπηρετώ < αρχαία ελληνική ὑπηρετῶ < ὑπηρέτης

  ΡήμαΕπεξεργασία

υπηρετώ

  1. είμαι δούλος σε κάποιον, κάνω δουλειές για κάποιον

ΚλίσηΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία