Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ciąg 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ciąg (pl)

  1. σειρά, αντικείμενα τοποθετημένα το ένα μετά το άλλο
  2. ακολουθία, η λογική ή χρονική σειρά
  3. (μαθηματικά) ακολουθία
  4. (μαθηματικά) πρόοδος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία