Ετυμολογία

επεξεργασία
προηγούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προηγοῦμαι[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε προ- + ηγούμαι

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /pɾo.iˈɣu.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προ‐η‐γού‐μαι

προηγούμαι (αποθετικό ρήμα)

  1. περπατώ μπροστά από άλλους
  2. έχω προβάδισμα
  3. συμβαίνω πριν από κάτι άλλο
    ※  Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. (Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 17, παρ. 2)

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία