Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

progrès < λατινική progressus, προχώρημα < progredi, προχωρώ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

progrès 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

progrès (fr)) αρσενικό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • on n'arrête pas le progrès !: (σκωπτικό) λέγεται όταν κάτι, που υποτίθεται ότι θα βελτιώσει μια κατάσταση, στην πραγματικότητα την δυσκολεύει

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία