Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριτενέργεια < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τριτενέργεια θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) η ανάπτυξη ενέργειας έναντι τρίτων
  2. (νομικός όρος) πρόκειται για μια καινοτομία όπου τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα δεν έχουν μονομερή κατεύθυνση διασφάλισης έναντι μονάχα της δημόσιας/κρατικής εξουσίας, αλλά συμπεριλαμβάνει και την προστασία έναντι των ιδιωτών ως τρίτων.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία