Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

απενεργοποιώ < απ- + ενεργοποιώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

απενεργοποιώ (παθητικό: απενεργοποιούμαι)

  1. διακόπτω τη λειτουργία μιας συσκευής, κλείνω
    παρακαλείστε πριν την έναρξη της παράστασης να απενεργοποιήσετε τα κινητά σας τηλέφωνα
  2. ακυρώνω τη δυνατότητα να ενεργοποιηθεί μια διαδικασία
    ο κυβερνήτης του αεροσκάφους απενεργοποίησε τον αυτόματο πιλότο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία