Δείτε επίσης: ποιον

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποιόν < λόγια χρήση < αρχ.ποιόν

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pi.ˈɔn/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποιόν ουδέτερο

  1. οι ιδιότητες και τα ποιοτικά γνωρίσματα ενός πράγματος, η ποιότητα ενός πράγματος (στην καθομιλουμένη)
    το ποιόν της κοινωνικής περίθαλψης στη χώρα μας επιδέχεται βελτίωση
    Συνώνυμα: στάθμη, επίπεδο
  2. οι ιδιότητες και τα ποιοτικά γνωρίσματα ενός ανθρώπου, η ποιότητα ενός ανθρώπου (στην καθομιλουμένη)
    το ποιόν του τάδε είναι αμφιλεγόμενο, είναι ύποπτο
  3. οι ιδιότητες και τα ποιοτικά γνωρίσματα ενός πράγματος (στις τέχνες και στις επιστήμες)
    (μουσική) το ποιόν μίας φωνής αναφέρεται στη δύναμη, τον τόνο, τη χροιά της κτλ.
    (ζωγραφική) το ποιόν των χρωμάτων ενός πίνακα αναφέρεται στη ποιότητα των υλικών από τα οποία είναι φτιαγμένα και την ακριβή τους σύνθεση ή συνταγή
    (ψυχολογία) το ποιόν ενός συναισθήματος εξαρτάται από το ερέθισμα που το προκαλεί: ένστικτο αυτοσυντήρησης, αλτρουϊσμός, αίσθημα δικαιοσύνης κτλ.
    (φιλοσοφία) το ποιόν ενός όντος μας επιτρέπει να το αναγνωρίζουμε ως τέτοιο

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Συχνά από τα συμφραζόμενα εξυπονοείται κάποια σύγκριση
  2. Χρησιμοποιούμε την έκφραση ποιόν ενός ανθρώπου σε ερώτηση ή συνήθως όταν τον αξιολογούμε από ηθικής απόψεως και δη αρνητικά. Δεν μιλάμε για άψογο ή άμεμπτο ποιόν
  3. Ενώ στην καθομιλουμένη η λέξη ποιόν χρησιμοποιείται για να ενταχθεί κάποιος ή κάτι σε μια κλίμακα του είδους "καλό/κακό" ή "μ΄αρέσει/δεν μ΄αρέσει", στις τέχνες και τις επιστήμες έχει συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία