Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επενέργεια οι επενέργειες
      γενική της επενέργειας των επενεργειών
    αιτιατική την επενέργεια τις επενέργειες
     κλητική επενέργεια επενέργειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επενέργεια < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επενέργεια θηλυκό

  1. η ενέργεια, η επιρροή πάνω σε κάτι
  2. η επίπτωση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία