Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η υλοενέργεια
      γενική της υλοενέργειας
    αιτιατική την υλοενέργεια
     κλητική υλοενέργεια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υλοενέργεια < ύλ(η) + -ο- + ενέργεια • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υλοενέργεια θηλυκό

  • (φυσική) η ύλη και η ενέργεια ως σύνολο, ως ενιαία υπόσταση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία