Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική χειροποίητος χειροποίητη χειροποίητο
γενική χειροποίητου χειροποίητης χειροποίητου
αιτιατική χειροποίητο χειροποίητη χειροποίητο
κλητική χειροποίητε χειροποίητη χειροποίητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χειροποίητοι χειροποίητες χειροποίητα
γενική χειροποίητων χειροποίητων χειροποίητων
αιτιατική χειροποίητους χειροποίητες χειροποίητα
κλητική χειροποίητοι χειροποίητες χειροποίητα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειροποίητος < (λόγιο) < αρχαία ελληνική χειροποίητος, (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική handmade[1]. Δείτε χειρο-, και το αρχαίο ποιητός, ποιέω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çi.ɾɔˈpi.i.tɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χειροποίητος, -η, -ο

  • δουλεμένος, κατασκευασμένος στο χέρι, όχι από μηχανή
    χειροποίητο πουλόβερ, πλεγμένο στο χέρι, χειροποίητο ψωμί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειροποίητος < (χείρ) χειρο- + ποιητός (ποιέω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χειροποίητος αρσενικό ή θηλυκό και χειροποίητον ουδέτερο

  • που είναι έργο ανθρώπου, ούτε της φύσης ούτε των θεών
    θέλοντες φόβῳ τῶν ἔξωθεν ἐφόδων καταράκτας χειροποιήτους κατεσκευάκεισαν (Στράβων)
    ὁδὸς δὲ μία ὁρωμένη ἦν ἄγουσα ἄνω ὥσπερ χειροποίητος: ταύτῃ ἐπειρῶντο διαβαίνειν οἱ Ἕλληνες (Ξενοφών)
    ὅτι δὲ χειροποίητος ἐστὶ η λίμνη καὶ ὀρυκτή, αὐτὴ δηλοῖ: ἐν γὰρ μέσῃ τῇ λίμνῃ μάλιστά κῃ ἑστᾶσι δύο πυραμίδες, τοῦ ὕδατος ὑπερέχουσαι πεντήκοντα ὀργυιὰς ἑκατέρη, καὶ τὸ κατ᾽ ὕδατος οἰκοδόμηται ἕτερον τοσοῦτο (και ότι αυτή η λίμνη είναι ανθρώπινο έργο και είναι σκαμμένη, γίνεται φανερό από το εξής: σχεδόν στο κέντρο της υψώνονται δύο πυραμίδες που το ύψος τους πάνω από το νερό είναι πενήντα οργιές όμως άλλο τόσο είναι και το χτισμένο μέρος τους κάτω από το νερό -Ηρόδοτος, Ιστορίαι)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία