Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική χείρ χεῖρε χεῖρες
Γενική χειρός χεροῖν χειρῶν
Δοτική χειρί χεροῖν χερσί(ν)
Αιτιατική χεῖρ χεῖρε χεῖρᾰς
Κλητική χείρ χεῖρε χεῖρες

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χείρ θηλυκό

  1. το χέρι (παλάμη)
  2. το χέρι (από τον ώμο ως τα δάχτυλα)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  • εκτός από τους παρατιθέμενους τύπους, ειδικά οι ποιητές αλλά πιθανόν και ο κόσμος στην τότε καθομιλουμένη χρησιμοποιούσε και τους εξής:
χερός, χερί, χέρα, χέρε, χέρες, χέρας , χείρεσι(ν), χείρεσσι, χέρεσσι(ν), χερέεσσιν και οι Δωριείς χήρ, χηρός, χῆρας οι δε Αιολείς χέρρας


ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • χειρός ἔχειν τινά: το να κρατάς κάποιον από το χέρι
  • χερί χειρός ἑλών: τον τράβηξε, τον σήκωσε από το χέρι
  • χεῖράς τ᾽ ἀλλήλων λαβέτην: να δώσουμε τα χέρια, σε ένειξη καλής πίστης
  • χεῖρας ἀνασχεῖν: σηκώνω τα χέρια ψηλά, είτε δεν ξέρω τι να κάνω, είτε προς Θεό για να με βοηθήσει
  • ἀράτω τήν χείρα - ἀνατεινάτω τὴν χείρα : ας σηκωθούν τα χέρια (σε ψηφοφορίες)
  • χεῖρας ἀφέξει: μακριά τα χέρια! μην αγγίζεις!
  • πορεύεσθαι ἐπί χειρῶν: για ζώα, για όσα πλάσματα βαδίζουν στα τέσσερα
  • ποτέρας τῆς χερός;: σε ποια μεριά; στα δεξιά; στα αριστερά; (για κατεύθυνση)
  • τά ἀνά χεῖρα πράγματα, ο ἀνά χεῖρα χρόνος : το τωρινό ζήτημα, ο τρέχων χρόνος,
  • διά χειρῶν ἔχειν π.χ. τὴν πολιτείαν: ελέγχει κάοιον, το λαό, την κυβέρνηση, τους έχει του χεριού του
  • ἐς χεῖρας λαβεῖν τι: παίρνω την κατάσταση στα χέρια μου
  • κατά χειρός: (ας φέρει κάποιος το νερό) να το ρίξει στα χέρια, φράση πριν από το γεύμα για το πλύσιμο των χεριών
  • πρό χειρῶν: μπροστά σου είναι, μπροστά στα μάτια σου
  • χείρ ὑπερμήκης: το μακρύ χέρι που φτάνει πιο μακριά από όσο πρέπει (π.χ. για το βασιλιά των Περσών)
  • χειρὶ καὶ ποδὶ καὶ πάσῃ δυνάμει: με χέρια και με πόδια, με κάθε τρόπο, με όλες μας τις δυνάμεις
  • χείρ μεγάλη: μεγάλος αριθμός από στρατιώτες ή αγρότες, όπως λέμε σήμερα "χρειάζονται πολλά χέρια"

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία