Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: grc.



Δείτε επίσης: χειρ
ουσιαστικά μεταπλαστά
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
χειρ- χερ-
ονομαστική χείρ αἱ χεῖρες
      γενική τῆς χειρός τῶν χειρῶν
      δοτική τῇ χειρῐ́ ταῖς χερσῐ́(ν)
    αιτιατική τὴν χείρ τὰς χεῖρᾰς
     κλητική ! χείρ χεῖρες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χεῖρε
γεν-δοτ τοῖν  χεροιν
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'μεταπλαστά' όπως «μεταπλαστά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
χείρ < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

χείρ θηλυκό

  1. το χέρι (παλάμη)
  2. το χέρι (από τον ώμο ως τα δάχτυλα)

Κλιτικοί τύποι

επεξεργασία
  • εκτός από τους παρατιθέμενους τύπους, ειδικά οι ποιητές αλλά πιθανόν και ο κόσμος στην τότε καθομιλουμένη χρησιμοποιούσε και τους εξής:
χερός, χερί, χέρα, χέρε, χέρες, χέρας , χείρεσι(ν), χείρεσσι, χέρεσσι(ν), χερέεσσιν και οι Δωριείς χήρ, χηρός, χῆρας οι δε Αιολείς χέρρας

Εκφράσεις

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία
 ετυμολογικό πεδίο 
χειρ- χερ- 

και