Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρίς < αρχαία ελληνική χειρίς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειρίς θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρίς < χειρίζω


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειρίς-ῖδος, θηλυκό
  1. το μανίκι, ειδικά το φαρδύ, σαν στα ρούχα των Περσών
  2. το κάλυμμα του χεριού, το γάντι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία