Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ώμος ώμοι
γενική ώμου ώμων
αιτιατική ώμο ώμους
κλητική ώμε ώμοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ώμος < μεσαιωνική ελληνική νῶμος (από τη σύνδεση άρθρου και λέξης, δηλαδή τονώμο= νῶμο < αρχαία ελληνική ὦμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ώμος αρσενικό

  1. το τμήμα του σώματος από τον αυχένα μέχρι το βραχίονα
  2. η άρθρωση του βραχίονα προς το οστό της ωμοπλάτης
  3. το τμήμα του ρούχου που εφάπτεται σε αυτήν την περιοχή του σώματος
    το πουκάμισο θέλει σιδέρωμα στον ώμο

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  1. Μου βγήκε ο ώμος από το κουβάλημα
    Ανασήκωσε τους ώμους (εννοείται, αδιάφορα)
    επ' ώμου (στρατιωτικό παράγγελμα για τοποθέτηση όπλου στον ώμο)
    βαστούν οι ώμοι του (αντέχει στις κακοπάθειες)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία