Δείτε: ώμος, ὦμος, ωμός, ὠμός, όμως, ὅμως

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ωμός ωμή ωμό
γενική ωμού ωμής ωμού
αιτιατική ωμό ωμή ωμό
κλητική ωμέ ωμή ωμό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωμοί ωμές ωμά
γενική ωμών ωμών ωμών
αιτιατική ωμούς ωμές ωμά
κλητική ωμοί ωμές ωμά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωμός < αρχαία ελληνική ὠμός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔˈmɔs/
τονικά παρώνυμα: ώμος, όμως

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ωμός, -ή, -ό

  1. (για τρόφιμα, κρέας, λαχανικά) που δεν έχει ψηθεί ή δεν έχει βράσει
     αντώνυμα: ψητός, βραστός, μαγειρεμένος
  2. (σπάνιο, για καρπούς) που δεν έχει ωριμάσει ακόμη
     συνώνυμα: άγουρος
  3. (για πηλό, πλίνθο, αγγείο) που δεν έχει ψηθεί ακόμη στο καμίνι
  4. (μεταφορικά) χωρίς ευαισθησία και ευγένεια
     συνώνυμα: απάνθρωπος, κυνικός, σκληρός
  5. που δεν έχει ηθικές αναστολές ή αυτοσυγκράτηση
     συνώνυμα: απροκάλυπτος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία