Δείτε: ώμος, ὦμος, ωμός, ὠμός, όμως, ὅμως

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὠμός ὠμή τὸ ὠμόν
      γενική τοῦ ὠμοῦ τῆς ὠμῆς τοῦ ὠμοῦ
      δοτική τῷ ὠμ τῇ ὠμ τῷ ὠμ
    αιτιατική τὸν ὠμόν τὴν ὠμήν τὸ ὠμόν
     κλητική ! ὠμέ ὠμή ὠμόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ὠμοί αἱ ὠμαί τὰ ὠμᾰ́
      γενική τῶν ὠμῶν τῶν ὠμῶν τῶν ὠμῶν
      δοτική τοῖς ὠμοῖς ταῖς ὠμαῖς τοῖς ὠμοῖς
    αιτιατική τοὺς ὠμούς τὰς ὠμᾱ́ς τὰ ὠμᾰ́
     κλητική ! ὠμοί ὠμαί ὠμᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ὠμώ τὼ ὠμᾱ́ τὼ ὠμώ
      γεν-δοτ τοῖν ὠμοῖν τοῖν ὠμαῖν τοῖν ὠμοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὠμός, ήδη ομηρικό < πιθανόν πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃emós,[1] *h₂eh₃mós με συγγενή: σανσκριτική आम (āmá), παλαιά αρμενική հում (hum)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὠμός, -ή, -όν

  1. ωμός, που δεν έχει μαγειρευτεί
  2. άψητος, που δεν έχει ψηθεί σε φούρνο ή από τον ήλιο
    ὠμός κέραμος
  3. (για φρούτα) άγουρος, ανώριμος
  4. (κατʼ επέκταση) πρόωρος
  5. (μεταφορικά) ωμός, σκληρός, άγριος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και

όπως ενδεικτικά

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία