Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ώμοι αρσενικό

  1. ώμος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού