Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παλάμη οι παλάμες
      γενική της παλάμης των παλαμών
    αιτιατική την παλάμη τις παλάμες
     κλητική παλάμη παλάμες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλάμη < αρχαία ελληνική παλάμη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pl̥h₂meh₂

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /paˈla.mi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλάμη θηλυκό

  1. (ανατομία) το εσωτερικό τμήμα του ανθρώπινου χεριού, από τον καρπό μέχρι την άκρη των δακτύλων
  2. ένα δεκατόμετρο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παλάμη αἱ παλάμαι
      γενική τῆς παλάμης τῶν παλαμῶν
      δοτική τῇ παλάμ ταῖς παλάμαις
    αιτιατική τὴν παλάμην τὰς παλάμᾱς
     κλητική ! παλάμη παλάμαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παλάμ
γεν-δοτ τοῖν  παλάμαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα «γνώμη» Κατηγορία όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλάμη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pl̥h₂meh₂

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλάμη θηλυκό (πᾰλά̆μη)

  1. η παλάμη, το εσωτερικό τμήμα του ανθρώπινου χεριού
  2. (κατ’ επέκταση) το χέρι
  3. βίαιη πράξη
  4. (μεταφορικά) το τέχνασμα

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία