Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παλαμάρι τα παλαμάρια
      γενική του παλαμαριού των παλαμαριών
    αιτιατική το παλαμάρι τα παλαμάρια
     κλητική παλαμάρι παλαμάρια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλαμάρι < μεσαιωνική ελληνική παλαμάριον < ιταλική palamara < μεσαιωνική λατινική palamarius < αρχαία ελληνική παλάμη (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλαμάρι ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος) το χοντρό καραβόσκοινο με το οποίο δένεται το σκάφος στην προκυμαία
     συνώνυμα: απόγειο, πρυμάτσα
  2. (σκωπτικό) (χυδαίο) το πέος
    το παλαμάρι του βαρκάρη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία