Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνοιγμα ανοίγματα
γενική ανοίγματος ανοιγμάτων
αιτιατική άνοιγμα ανοίγματα
κλητική άνοιγμα ανοίγματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άνοιγμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άνοιγμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του ανοίγω
    το άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου με το αντικλέιδι ήταν παιχνιδάκι
  2. το κενό που δημιουργείται όταν κάτι ανοίγει
    από το άνοιγμα της πόρτας ακούγονταν οι θόρυβοι του δρόμου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία