Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παράθυρο τα παράθυρα
      γενική του παράθυρου
παραθύρου
των παράθυρων
παραθύρων
    αιτιατική το παράθυρο τα παράθυρα
     κλητική παράθυρο παράθυρα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράθυρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παράθυρον[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /paˈɾa.θi.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ρά‐θυ‐ρο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
Παράθυρο (1), όπως φαίνεται από το εσωτερικό του δωματίου

παράθυρο ουδέτερο

  1. άνοιγμα σε τοίχο, κανονικού σχήματος, συνήθως ορθογωνίου, που εξυπηρετεί τον αερισμό και τον φωτισμό ενός εσωτερικού χώρου κτηρίου όχι όμως και την είσοδο σε αυτόν (υπό κανονικές συνθήκες)
  2. το πλαίσιο ή και το τζάμι που καλύπτει αυτό το άνοιγμα
  3. (πληροφορική) ορθογώνια περιοχή στην οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή που περιέχει εργαλεία διασύνδεσης του χρήστη και δεδομένα μιας συγκεκριμένης εφαρμογής που τρέχει εκείνη την στιγμή

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μπήκε από το παράθυρο: για κάποιον που έγινε δεκτός σε μία θέση χωρίς να ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία