Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θύρα οι θύρες
      γενική της θύρας των θυρών
    αιτιατική τη θύρα τις θύρες
     κλητική θύρα θύρες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θύρα < αρχαία ελληνική θύρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θύρα θηλυκό

  1. η πόρτα
  2. κάθε είσοδος σε γήπεδο ή στάδιο που οδηγεί στην αντίστοιχη αριθμημένη εξέδρα του
  3. (πληροφορική) ειδική υποδοχή σε υπολογιστικό σύστημα για την εισαγωγή του κατάλληλου καλωδίου που θα επιτρέψει την επικοινωνία με περιφερειακές συσκευές.
    παράλληλη θύρα, σειραϊκή θύρα, θύρα USB
    ※  Ο έλεγχος εξωτερικών οργάνων, καθώς και η εισαγωγή δεδομένων από το περιβάλλον προς το υπολογιστικό κύκλωμα, επιτυγχάνεται μέσω των θυρών επικοινωνίας, με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών. [1]

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • επί θύραις / προ των θυρών: κάτι απειλητικό που επίκειται ή βρίσκεται πολύ κοντά ήδη
πόλεμος προ των θυρών
  • κεκλεισμένων των θυρών: με κλειστές τις πόρτες για το κοινό, το κοινό δεν μπορεί να παρακολουθήσει
η πολύκροτη δίκη θα γίνει κεκλεισμένων των θυρών
  • πολιτική / διπλωματία ανοιχτών θυρών: πολιτική ή διπλωματία που στοχεύει στον ελεύθερο εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών και επιδιώκει την ανάπτυξη των σχέσεών τους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θύρ αἱ θύραι
      γενική τῆς θύρᾱς τῶν θυρῶν
      δοτική τῇ θύρ ταῖς θύραις
    αιτιατική τὴν θύρᾱν τὰς θύρᾱς
     κλητική ! θύρ θύραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ   τὼ θύρ  
γεν-δοτ   τοῖν θύραιν  
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θύρα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία