Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Tor < The onion routing

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɔɹ/
ήχος (ΗΒ) 

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

Tor (en)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Βοσνιακά (bs)Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Tor (bs) αρσενικό


Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

Tor (de) αρσενικό

  1. χαζός, βλίτο

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

Tor (de) ουδέτερο

  1. πόρτα
  2. (αθλητισμός) τέρμα

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Νορβηγικά (no) Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Tor (no) αρσενικό


---

Νεονορβηγικά (nn)Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Tor (nn) αρσενικό


---

Σουηδικά (sv) Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Tor (sv) αρσενικό