Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική είσοδος είσοδοι
γενική εισόδου εισόδων
αιτιατική είσοδο εισόδους
κλητική είσοδε
είσοδο*
είσοδοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

είσοδος < εἰς + οδός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

είσοδος θηλυκό

  1. το σημείο από όπου μπαίνουμε μέσα σε ένα χώρο
    η είσοδος του κτηρίου ήταν κλειστή
  2. η ενέργεια του ρήματος μπαίνω / εισέρχομαι
    ο ηθοποιός έκανε μια θεαματική είσοδο στη σκηνή
  3. (πληροφορική) οτιδήποτε χρησιμοποιεί ένας χρήστης για να εισάγει δεδομένα σε ένα σύστημα
    το πληκτρολόγιο και ο σαρωτής είναι συσκευές εισόδου ενώ η οθόνη και ο εκτυπωτής είναι συσκευές εξόδου

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία