Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

admittance < admit

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

admittance (en)

  1. είσοδος, το δικαίωμα εισόδου
     συνώνυμα: admission, entry
    • εισαγωγή σε νοσοκομείο
  2. (φυσική) η αγωγιμότητα. Διαφέρει από τον όρο conductance κατά το ότι λαμβάνει υπόψη εκτός από τις φυσικές ιδιότητες του αγωγού και άλλες δυναμικές παραμέτρους