Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aɣɔ.ʝi.ˈmɔ.ti.ta/


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγωγιμότητα οι αγωγιμότητες
      γενική της αγωγιμότητας των αγωγιμοτήτων
    αιτιατική την αγωγιμότητα τις αγωγιμότητες
     κλητική αγωγιμότητα αγωγιμότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγωγιμότητα < αγώγιμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγωγιμότητα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία