Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγώγιμος < αρχαία ελληνική ἀγώγιμος < ἄγω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγώγιμος, -η, -ο

  1. (φυσική) αυτός που επιτρέπει τη διέλευση ηλεκτρικής / θερμικής ενέργειας
  2. (νομικός όρος) ο υποκείμενος σε ποινική αγωγή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία