Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέχνασμα τεχνάσματα
γενική τεχνάσματος τεχνασμάτων
αιτιατική τέχνασμα τεχνάσματα
κλητική τέχνασμα τεχνάσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέχνασμα < αρχαία ελληνική τέχνασμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέχνασμα ουδέτερο

  1. επινόηση, κόλπο, πονηριά, πανουργία
  2. (μαθηματικά) πιο εύκολη λύση προβλήματος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική τέχνασμα τεχνάσματε τεχνάσματα
Γενική τεχνάσματος τεχνασμάτοιν τεχνασμάτων
Δοτική τεχνάσματι τεχνασμάτοιν τεχνάσμασι
Αιτιατική τέχνασμα τεχνάσματε τεχνάσματα
Κλητική τέχνασμα τεχνάσματε τεχνάσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέχνασμα < τεχνάζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέχνασμα ουδέτερο

  1. έργο τέχνης, κομψοτέχνημα, τεχνούργημα
      Συνώνυμα: τέχνημα
  2. τέχνασμα, απάτη, δόλος, πανουργία
    ἀλλὰ τοῦ μητροκτόνου / τεχνάσματ᾽ ἐστὶ ταῦτα καὶ πολὺς γέλως (Ευριπίδης, Ορέστης, 1559-1560)
    οἱ μὲν δή τινες λέγουσιν ὡς ταῦτα πάντα τεχνάσματα ἦν τῶν προεστηκότων (Ξενοφών, Ελληνικά, 6, 4, 7)