Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τέχνημα τα τεχνήματα
      γενική του τεχνήματος των τεχνημάτων
    αιτιατική το τέχνημα τα τεχνήματα
     κλητική τέχνημα τεχνήματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέχνημα < αρχαία ελληνική τέχνημα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέχνημα ουδέτερο

  1. καθετί που γίνεται με τέχνη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική τέχνημα τεχνήματε τεχνήματα
Γενική τεχνήματος τεχνημάτοιν τεχνημάτων
Δοτική τεχνήματι τεχνημάτοιν τεχνήμασι
Αιτιατική τέχνημα τεχνήματε τεχνήματα
Κλητική τέχνημα τεχνήματε τεχνήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέχνημα < τεχνῶμαι < τέχνη < τίκτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέχνημα ουδέτερο

  1. καθετί που γίνεται με τέχνη
  2. έργο τέχνης
  3. δόλος, πανουργία, τέχνασμα
  4. επινόηση, εφεύρεση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία