Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

artifice < λατινική artificium (τέχνη, επάγγελμα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

artifice 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
artifice artifices

artifice (fr)

  1. το τέχνασμα
    il a inventé un artifice pour se tirer de cette impasse - εφεύρε ένα τέχνασμα για να ξεφύγει από αυτό το αδιέξοδο

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία