Δείτε επίσης: χειροτονῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειροτονώ < αρχαία ελληνική χειροτονέω / χειροτονῶ < χείρ + τείνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çi.ɾɔ.tɔ.ˈnɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

χειροτονώ (παθητική φωνή: χειροτονούμαι)

  1. (θρησκεία) τελώ το μυστήριο, κατα το οποίο ένας λαϊκός γίνεται διάκονος ή ένας κληρικός ανέρχεται στο βαθμό του πρεσβύτερου ή του επισκόπου
  2. (μεταφορικά) (σκωπτικό) ξυλοκοπώ, δέρνω
     συνώνυμα: καταχερίζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία