Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιεραπόστολος οι ιεραπόστολοι
      γενική του ιεραποστόλου
ιεραπόστολου
των ιεραποστόλων
    αιτιατική τον ιεραπόστολο τους ιεραποστόλους
ιεραπόστολους
     κλητική ιεραπόστολε ιεραπόστολοι
Κατηγορία όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιεραπόστολος < ιεραποστολ(ή) + -ος, (λόγιο δάνειο) γαλλική missionnaire[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιεραπόστολος αρσενικό

  1. (θρησκεία) ιερέας ή μοναχός που δρα σε ξένη χώρα με στόχο τη διάδοση της διδασκαλίας μιας θρησκείας ή μιας θρησκευτικής ομολογίας
  2. (μεταφορικά) χαρακτηρισμός ατόμου που αγωνίζεται χωρίς ιδιοτέλεια για κάτι, χωρίς να αναμένει απολαβές για το έργο του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία