Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κρατούμενος η κρατούμενη
κρατουμένη
το κρατούμενο
      γενική του κρατούμενου
κρατουμένου
της κρατούμενης
κρατουμένης
του κρατούμενου
κρατουμένου
    αιτιατική τον κρατούμενο την κρατούμενη
κρατουμένη
το κρατούμενο
     κλητική κρατούμενε κρατούμενη
κρατουμένη
κρατούμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κρατούμενοι οι κρατούμενες τα κρατούμενα
      γενική των κρατούμενων
κρατουμένων
των κρατούμενων
κρατουμένων
των κρατούμενων
κρατουμένων
    αιτιατική τους κρατούμενους
κρατουμένους
τις κρατούμενες τα κρατούμενα
     κλητική κρατούμενοι κρατούμενες κρατούμενα
Οι δεύτεροι λόγιοι τύποι, πιο συνηθισμένοι σε ουσιαστικοποιημένα.
ομάδα «εισαγόμενος» Κατηγορία όπως «εργαζόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρατούμενος < μετοχή ενεστώτα του κρατούμαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

κρατούμενος -η -ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρατούμενος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία