Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαρτονόμισμα τα χαρτονομίσματα
      γενική του χαρτονομίσματος των χαρτονομισμάτων
    αιτιατική το χαρτονόμισμα τα χαρτονομίσματα
     κλητική χαρτονόμισμα χαρτονομίσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαρτονόμισμα < χαρτί + νόμισμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xaɾ.tɔ.ˈnɔ.mi.zma/
 
χαρτονόμισμα των 10€

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαρτονόμισμα ουδέτερο

  • χάρτινο νόμισμα που εκδίδεται από την κεντρική τράπεζα μιας χώρας ή ένωσης χωρών και έχει συγκεκριμένες διαστάσεις, παραστάσεις, κείμενο και χαρακτηριστικά που δεν επιτρέπουν την αντιγραφή του

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία