Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τραπεζογραμμάτιο τα τραπεζογραμμάτια
      γενική του τραπεζογραμματίου των τραπεζογραμματίων
    αιτιατική το τραπεζογραμμάτιο τα τραπεζογραμμάτια
     κλητική τραπεζογραμμάτιο τραπεζογραμμάτια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραπεζογραμμάτιο < τράπεζα + γραμμάτιο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τραπεζογραμμάτιο ουδέτερο

  • γραμμάτιο που εκδίδει η κεντρική τράπεζα κάθε χώρας για να χρησιμοποιείται στις οικονομικές συναλλαγές, το οποίο έχει αντίκρυσμα ή κάλυμμα στα αποθεματικά τής τράπεζας σε πολύτιμους λίθους· με την αναγκαστική κυκλοφορία και τη μη μετατρεψιμότητα των τραπεζογραματίων σε χρυσό ή οτιδήποτε άλλο αντιπροσωπεύουν, εξομοιώνονται με χαρτονομίσματα
    η αναγκαστική κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων εν Ελλάδι ισχύει από το 1932 ως σήμερα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία