Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τεύχος τα τεύχη
      γενική του τεύχους των τευχών
    αιτιατική το τεύχος τα τεύχη
     κλητική τεύχος τεύχη
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεύχος < ελληνιστική κοινή τεῦχος (=κώδικας από φύλλα παπύρου ή περγαμηνής) < αρχαία ελληνική τεῦχος (=εργαλείο, όπλο) < τεύχω (=φτιάχνω, κατασκευάζω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dheugh- (> τυγχάνω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtɛf.xɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τεύχος ουδέτερο

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία