Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
τευχεσ-
ονομαστική τὸ τεῦχος τὰ τεύχη - τεύχε
      γενική τοῦ τεύχους - τεύχεος τῶν τευχῶν - τευχέων
      δοτική τῷ τεύχει - τεύχεῐ̈ τοῖς τεύχεσ(ν)
    αιτιατική τὸ τεῦχος τὰ τεύχη - τεύχεα
     κλητική ! τεῦχος τεύχη - τεύχεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τεύχει - τεύχεε
γεν-δοτ τοῖν  τευχοῖν - τευχέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «σκεῦος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεῦχος < τεύχω (φτιάχνω, κατασκευάζω) < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *dheugh- (> τυγχάνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τεῦχος ουδέτερο

  1. εργαλείο, όργανο, σκεύος οικιακής χρήσης
  2. αγγείο (σπονδών)
  3. τεφροδόχος
  4. κάλπη
  5. (οπλισμός) όπλο, οπλισμός, πανοπλία ιδίως στον πληθυντικό (τεύχεα)
    οἰχόμενοι δ᾽ ἐπὶ πάντας ἀρήϊα τεύχε' ἄμειβον (Όμηρος, Ιλιάδα, 14, 380)
  6. (ναυτικός όρος) αρματωσιά πλοίου
  7. ιπποσκευή
  8. (ελληνιστική σημασία) κώδικας από φύλλα παπύρου ή περγαμηνής
  9. (ελληνιστική σημασία)θήκη ρολών παπύρου, ρολό παπύρου

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία