Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπονδή οι σπονδές
      γενική της σπονδής των σπονδών
    αιτιατική τη σπονδή τις σπονδές
     κλητική σπονδή σπονδές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπονδή < αρχαία ελληνική σπονδή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπονδή θηλυκό

  1. (ιστορία) το χύσιμο στο έδαφος κρασιού σαν προσφορά στους θεούς


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπονδή < σπένδω

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σπονδή σπονδά σπονδαί
Γενική σπονδῆς σπονδαῖν σπονδῶν
Δοτική σπονδ σπονδαῖν σπονδαῖς
Αιτιατική σπονδήν σπονδά σπονδάς
Κλητική σπονδή σπονδά σπονδαί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπονδή θηλυκό

  1. το χύσιμο στο έδαφος κρασιού σαν προσφορά στους θεούς
  2. (πληθυντικός) αἱ σπονδαὶ επίσημη συμφωνία (επειδή κατά τη σύναψη συμφωνίας έκαναν σπονδές στους θεούς)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία