Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράσπονδος < παρασπονδία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  
πτώση ενικός
ονομαστική παράσπονδος παράσπονδη παράσπονδο
γενική παράσπονδου παράσπονδης παράσπονδου
αιτιατική παράσπονδο παράσπονδη παράσπονδο
κλητική παράσπονδε παράσπονδη παράσπονδο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παράσπονδοι παράσπονδες παράσπονδα
γενική παράσπονδων παράσπονδων παράσπονδων
αιτιατική παράσπονδους παράσπονδες παράσπονδα
κλητική παράσπονδοι παράσπονδες παράσπονδα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa'ɾa.spɔn.ðɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παράσπονδος, -η, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία