Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρματωσιά οι αρματωσιές
      γενική της αρματωσιάς των αρματωσιών
    αιτιατική την αρματωσιά τις αρματωσιές
     κλητική αρματωσιά αρματωσιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρματωσιά < μεσαιωνική ελληνική αρματωσιά < αρματωσία < αρματώνω < άρμα < λατινική arma < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂(e)rmos < *h₂er- ‎(ἀραρίσκω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aɾ.ma.tɔ.ˈsça/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρματωσιά θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) οπλισμός
  2. (μεταφορικά) τα εξαρτήματα (π.χ. μιας βάρκας)
     συνώνυμα: εξάρτυση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία