Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
concern concerns

concern (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας concern
γ΄ ενικό ενεστώτα concerns
αόριστος concerned
παθητική μετοχή concerned
ενεργητική μετοχή concerning

concern (en)

  1. αναφέρομαι, συσχετίζω με κάτι άλλο, αφορά (it concerns)
  2. νοιάζομαι, νοιάζει
     συνώνυμα: care, mind
    The only thing she concerns herself with is her bird.
    Το μόνο που τη νοιάζει είναι το πουλί της.
    This is the only thing that he concerns himself with.
    Αυτό είναι το μόνο που τον νοιάζει.