Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υπαρξισμός οι υπαρξισμοί
      γενική του υπαρξισμού των υπαρξισμών
    αιτιατική τον υπαρξισμό τους υπαρξισμούς
     κλητική υπαρξισμέ υπαρξισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπαρξισμός < ύπαρξη + -ισμός < αρχαία ελληνική ὕπαρξις < ὑπάρχω < ὑπό + ἄρχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂érgʰ- (ἄρχω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική existentialisme)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.paɾ.ksi.ˈzmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπαρξισμός αρσενικό

  • (φιλοσοφία) φιλοσοφικό ρεύμα του 19ου και του 20ού αι. που επικεντρώνεται στον άνθρωπο και την ύπαρξή του, που προηγείται όλων των άλλων, και στην ικανότητα του ανθρώπου να κάνει ελεύθερες επιλογές, η πεποίθηση ότι ο ίδιος ο άνθρωπος δίνει το νόημα στη ζωή του
    Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός (τίτλος βιβλίου του Ζαν-Πωλ Σαρτρ)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Συνήθω θεωρείται "κύριο όνομα" και το πρώτο γράμμα γράφεται κεφαλαίο όπως σε όλα τα φιλοσοφικά κινήματα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία