Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενυπάρχω < εν- + υπάρχω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενυπάρχω

  • υπάρχω μέσα σε κάτι εγγενώς
    σε κάθε άνθρωπο ενυπάρχει το στοιχείο της βίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία