Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψωμοτύρι < ψωμί + τυρί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψωμοτύρι ουδέτερο

  1. ψωμί και τυρί
  2. (μεταφορικά) πολύ φτωχό γεύμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία