Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pain (en)

  1. ο πόνος
  2. ένα ενοχλητικό άτομο ή πράγμα
    I had to get up early today to make it in time for the meeting, what a pain!



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

pain < pan < λατινική panis

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
pain pains

pain (fr) αρσενικό

  1. το ψωμί, η φραντζόλα
  2. (Γαλλία) είδος μπαγκέτας 400 γραμμαρίων
  3. (κατ' επέκταση) κάθε τι που έχει μορφή ψωμιού
  4. (οικείο) η γροθιά
  5. (αργκό, μουσική) λάθος νότα
     συνώνυμα: fausse note

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία



Παλαιά γαλλικά (fro)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pain και pan αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία