Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

duona < du.on + -a

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

duona (eo)

Λιθουανικά (lt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

duona (lt) θηλυκό