Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΡήμαΕπεξεργασία

panować (pl)

  1. κυβερνώ
    ile dynastii panowało w starożytnym Egipcie? - πόσες δυναστείες κυβέρνησαν στην Αρχαία Αίγυπτο;
  2. κυριαρχώ
  3. επικρατώ, δεσπόζω
  4. (οικείο) (ειρωνικό) χρησιμοποιώ (τον αντίστοιχο) πληθυντικό ευγενείας ενώ δεν συντρέχουν λόγοι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία