Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τηγάνι τα τηγάνια
      γενική του τηγανιού των τηγανιών
    αιτιατική το τηγάνι τα τηγάνια
     κλητική τηγάνι τηγάνια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τηγάνι < ελληνιστική κοινή τηγάνιον, υποκοριστικό του τήγανον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ti.ˈɣa.ni/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τηγάνι ουδέτερο

 
τηγάνι

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία